Γυρνούσα από το σπίτι μιας κοπέλας, βράδυ, φτάνοντας προς το σπίτι μου, συνειδητοποίησα ότι από κάτω δεν είχε αυτοκίνητα παρά μόνο λίγα, ελάχιστα. Δεν έδωσα βάση έβγαλα τα κλειδιά μου και μπήκα σπίτι, δεν έκανα δέκα βήματα και εμφανίστηκε πίσω μου ξαφνικά ο κολλητός μου, με μια κιθάρα, γύρισα σχεδόν τρομαγμένος.. «τι κάνεις ρε μαλάκα εδώ» ..δεν είπε τίποτα, απλά ξεκίνησε να τραγουδάει μαριάτσι. Μετά εμφανίστηκε ένας άλλος φίλος, από το νησί, κομπιουτεράς και αυτός σαν και μένα, είχα να τον δω από το καλοκαίρι, αγκαλιαστήκαμε, και κάτω από τους ήχους της κιθάρας αρχίσαμε και οι τρεις τις χαζομάρες, τα γέλια και τις κουβέντες ..ακόμα στην είσοδο. Ξαφνικά μπαίνει στο σπίτι η αδερφή ενός φίλου από τα παλιά και η μαμά ενός παλιού καλού μου αφεντικού μου.. η κόρη της.. όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα εμφανίζονταν από παντού παλιοί φίλοι, καινούργιοι, ξαδέρφια ξεχασμένα, η αδερφή μου συγγενείς, οι δύο γιαγιάδες μου, πρώην γκόμενες, συμφοιτητές και συμφοιτήτριες ακόμα και άτομα που τους έχω μιλήσει μία φορά σε κάποιο πάρτυ. Σιγά σιγά αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς το σπίτι φωνάζαμε, γελούσαμε ήταν απίστευτα. Αυτό που θυμάμαι καθαρά ήταν ότι μπαίνοντας στο σπίτι μας περίμενε ένα τραπέζι με τέσσερα πιάτα, και τη μάνα μου να σερβίρει, αλλά όλοι τρώγαμε, και περιέργως όλοι χωρούσαμε, κανένας δεν είχε παράπονο.. Την ώρα που πήγα να πάρω τηλέφωνο την κοπέλα που ήμουν πιο πριν σπίτι της, να έρθει και αυτή, εντελώς ξαφνικά, ακριβώς όπως ήρθε στην αρχή και ο κολλητός μου, τα μάτια μου άνοιξαν.. αυτό ήταν ξύπνησα, ήμουν ιδρωμένος μούσκεμα αλλά χαμογελούσα.. 5-6 μέρες μετά τα γενέθλιά μου οι φίλοι μου, μου κάνανε το καλύτερο δώρο και είμαι σίγουρος πως με όλους επικοινώνησα και πολύ καλά πέρασα.. κάπου μέσα στο τσούρμο σίγουρα θα ήσασταν και 'σεις παιδιά.